Γιατί η συμμετοχή των κοινοτήτων ανοιχτών τεχνολογιών στη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι κρίσιμη
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άνοιξε πρόσφατα μια κρίσιμη “Call for Evidence” για τη διαμόρφωση της επερχόμενης Στρατηγικής για τα Ευρωπαϊκά Ανοιχτά Ψηφιακά Οικοσυστήματα. Πρόκειται για μια θεσμική διαδικασία με ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς φιλοδοξεί να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προσεγγίσει στρατηγικά το ανοιχτό λογισμικό, τα ανοιχτά ψηφιακά κοινά και, συνολικά, τις ανοιχτές τεχνολογίες ως πυλώνα ψηφιακής κυριαρχίας, ασφάλειας και ανταγωνιστικότητας.
Η διαβούλευση αυτή δεν είναι μια τυπική άσκηση. Αντιθέτως, αποτελεί ένα παράθυρο ουσιαστικής παρέμβασης για κοινότητες, φορείς και επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στο ανοιχτό λογισμικό και το ανοιχτό υλισμικό. Ιδιαίτερα για τα μέλη των κοινοτήτων της ΕΕΛΛΑΚ, η συμμετοχή συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα να μεταφερθεί τεκμηριωμένη εμπειρία από το πεδίο της πράξης στο ευρωπαϊκό επίπεδο χάραξης πολιτικής.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια μια δομική πρόκληση: την εξάρτησή της από μη ευρωπαϊκές τεχνολογικές πλατφόρμες και υποδομές. Η εξάρτηση αυτή περιορίζει τις επιλογές των χρηστών, υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και δημιουργεί κινδύνους για την ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας, ιδίως σε κρίσιμους τομείς. Το ανοιχτό λογισμικό, ως δημόσιο αγαθό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, να τροποποιηθεί και να αναδιανεμηθεί, έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως βασικός μηχανισμός ενίσχυσης της ανθεκτικότητας και της αυτονομίας των ψηφιακών υποδομών.
Τα τελευταία χρόνια, η υιοθέτηση ανοιχτών λύσεων από δημόσιες διοικήσεις σε πολλά κράτη μέλη έχει επιταχυνθεί. Η ίδρυση του European Digital Infrastructure Consortium for Digital Commons αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας συντονισμένης ευρωπαϊκής προσπάθειας να στηριχθούν, να κλιμακωθούν και να καταστούν βιώσιμες κρίσιμες ανοιχτές τεχνολογίες που εξυπηρετούν δημόσιες υπηρεσίες και ευρύτερα οικοσυστήματα. Αυτή η συλλογική προσέγγιση δεν ενισχύει μόνο την τεχνολογική ανεξαρτησία, αλλά δημιουργεί και προϋποθέσεις για την ανάπτυξη τοπικής τεχνογνωσίας σε κάθε κράτος μέλος.
Η συμμετοχή στη Call for Evidence έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή λαμβάνει χώρα σε πρώιμο στάδιο της πολιτικής διαδικασίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ζητά απλώς γνώμες, αλλά δεδομένα, εμπειρίες, αναλύσεις και τεκμηριωμένες προτάσεις. Ζητά από τις κοινότητες να συμβάλουν στον εντοπισμό κενών, στην αποτύπωση πραγματικών αναγκών και στην αξιολόγηση του τι είδους παρεμβάσεις απαιτούνται. Για τις κοινότητες ανοιχτών τεχνολογιών, αυτό σημαίνει τη δυνατότητα να αναδείξουν πώς η επένδυση στο ανοιχτό λογισμικό και υλισμικό δημιουργεί θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενισχύει τα τοπικά οικοσυστήματα και μειώνει τη διαρροή πόρων προς κλειστές λύσεις.
Παράλληλα, η ενεργή συμμετοχή ενισχύει τον ηγεμονικό ρόλο της Ευρωπαϊκή Ένωση στον παγκόσμιο χώρο των ανοιχτών τεχνολογιών. Η Ευρώπη έχει ήδη σημαντική παρουσία σε μεγάλα έργα ανοιχτού λογισμικού και υλισμικού, τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και προτύπων. Μια συνεκτική στρατηγική, διαμορφωμένη με τη συμβολή των ίδιων των κοινοτήτων, μπορεί να μετατρέψει αυτή την παρουσία σε διαρκές συγκριτικό πλεονέκτημα, βασισμένο στη συνεργασία, τη διαφάνεια και τη δημόσια αξία.
Η Call for Evidence είναι, επομένως, μια πρόσκληση ευθύνης. Καλεί τα μέλη των κοινοτήτων της ΕΕΛΛΑΚ να μετατρέψουν τη γνώση και την εμπειρία τους σε πολιτική επιρροή. Η συμμετοχή δεν είναι μόνο δικαίωμα, αλλά και εργαλείο για να διασφαλιστεί ότι τα ευρωπαϊκά ανοιχτά ψηφιακά οικοσυστήματα θα οικοδομηθούν με όρους που υπηρετούν τη βιώσιμη ανάπτυξη, την τοπική τεχνογνωσία και το ευρωπαϊκό δημόσιο συμφέρον.
Η υποβολή απόψεων μπορεί να γίνει απευθείας μέσω της επίσημης πλατφόρμας διαβούλευσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η συγκυρία είναι κρίσιμη και η φωνή των κοινοτήτων ανοιχτών τεχνολογιών είναι απαραίτητη.

